λαμπτήρ,-ῆρος

λαμπτήρ,-ῆρος
N 3 0-0-0-4-0=4 Prv 16,28; 20,9a; 21,4; 24,20
lantern, lamp, torch

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • λαμπτήρας — ο (AM λαμπτήρ, ῆρος) [λάμπω] νεοελλ. κάθε φωτιστικό μέσο στο οποίο χρησιμοποιείται το ηλεκτρικό ρεύμα για την παραγωγή τού φωτός, λυχνία, λάμπα (μσν. αρχ.) 1. πυρσός που φωτίζει κατά τη νύχτα, δάδα αρχ. 1. σκεύος ή σχάρα μέσα ή πάνω στα οποία… …   Dictionary of Greek

  • Lampter — LAMPTER, éris, Gr. Λαμπτὴρ, ῆρος, ein Beynamen des Bacchus, der zu Pellene in Achaia seinen Tempel hatte. Er hat solche Benennung von den Fackeln, die an dessen Feste, welches Lampteria hieß, bey Nacht in dem Tempel angezündet wurden, da man… …   Gründliches mythologisches Lexikon

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”